1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θερισμός

θερισμός

Word
θερισμός, -οῦ, ὁ (therismos)
Gloss
  • harvest
  • reaping
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2326
Word Frequency
  • Nestle 1904: 13
  • Byzantine NT: 13

Noun Forms

Singular
θερισμός
τοῦ θερισμοῦ
τῳ θερισμῷ
τόν θερισμόν