1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θορυβάζω

θορυβάζω

Word
θορυβάζω (thorubazō)
Gloss
  • be troubled or bothered
Part of Speech
Verb
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1

Verb Forms

Present
Middle/Passive
θορυβαζομαι
θορυβάζῃ
θορυβαζεται
θορυβαζομεθα
θορυβαζεσθε
θορυβαζονται