1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θρέμμα

θρέμμα

Word
θρέμμα, -τος, τό (thremma)
Gloss
  • (domesticated) animal
  • cattle (plural)
  • cattle
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2353
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Singular
τό θρέμμα
τοῦ θρεμματος
τῳ θρεμματι
τό θρέμμα
Plural
τά θρέμματα
τῶν θρεμματων
τοῖς θρεμμασιν
τά θρέμματα

Usage in Biblical Text