1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θρόμβος

θρόμβος

Word
θρόμβος, -ου, ὁ (thrombos)
Gloss
  • drop
  • clot
  • large drop
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2361
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Plural
οἱ θρόμβοι
τῶν θρομβων
τοῖς θρομβοις
τούς θρομβους