1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θρόνος

θρόνος

Word
θρόνος, -ου, ὁ (thronos)
Gloss
  • throne
  • seat
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2362
Word Frequency
  • Nestle 1904: 62
  • Byzantine NT: 62

Noun Forms

Singular
θρόνος
τοῦ θρόνου
τῳ θρόνῳ
τόν θρόνον
Plural
οἱ θρόνοι
τῶν θρόνων
τοῖς θρόνοις
τούς θρόνους

Usage in Biblical Text