1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θυμίαμα

θυμίαμα

Word
θυμίαμα, -τος, τό (thumiama)
Gloss
  • incense
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2368
Word Frequency
  • Nestle 1904: 6
  • Byzantine NT: 6

Noun Forms

Singular
τό θυμίαμα
τοῦ θυμιάματος
τῳ θυμιάματι
τό θυμίαμα
Plural
τά θυμιάματα
τῶν θυμιαμάτων
τοῖς θυμιάμασιν
τά θυμιάματα