1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θυμιατήριον

θυμιατήριον

Word
θυμιατήριον, -ου, τό (thumiatērion)
Gloss
  • altar of incense
  • censer
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2369
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Singular
τό θυμιατήριον
τοῦ θυμιατηριου
τῳ θυμιατηρίῳ
τό θυμιατήριον

Usage in Biblical Text