1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θυρίς

θυρίς

Word
θυρίς, -ίδος, ἡ (thuris)
Gloss
  • window
  • windowsill
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2376
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2

Noun Forms

Singular
θυρις
τῆς θυρίδος
τῃ θυρίδι
τήν θυρίδα
Plural
αἱ θυρίδες
τῶν θυρίδων
ταῖς θυρίσιν
τάς θυρίδας