1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θῆλυς

θῆλυς

Word
θῆλυς, -εια, -υ (thēlus)
Gloss
  • female
  • woman
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2338
Word Frequency
  • Nestle 1904: 5
  • Byzantine NT: 5

Adjective Forms

Masculine
θηλος
θηλου
θηλω
θῆλυν
θηλοι
θηλων
θηλοις
θηλους
Feminine
θήλεια
θηλείας
θηλείᾳ
θήλειαν
θήλειαι
θηλων
θηλείαις
θηλας
Neuter
θῆλυ
θηλου
θηλω
θῆλυ
θηλα
θηλων
θηλοις
θηλα