1. Dictionary
  2. κ
  3. κάλυμμα

Search Bible Vocabulary

κάλυμμα

τοκάλυμμα
τουκάλυμματος
τῳκαλύμματι
τοκάλυμμα
τακαλύμματα
τουκάλυμματων
τῳκάλυμμασιν
τακαλύμματα