1. Dictionary
  2. κ
  3. κήρυγμα

κήρυγμα

Word
κήρυγμα, -τος, τό (kērugma)
Gloss
  • proclamation
  • preaching
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2782
Word Frequency
  • Byzantine NT: 8
  • Nestle 1904: 9

Noun Forms

Singular
το κήρυγμα
του κηρυγματος
τῳ κηρυγματι
το κήρυγμα