1. Dictionary
  2. κ
  3. καθέζομαι

Search Bible Vocabulary

καθέζομαι

Present
καθέζω
καθέζεις
καθέζει
καθέζομεν
καθέζετε
καθέζουσιν
Future
καθέσω
καθέσεις
καθέσει
καθέσομεν
καθέσετε
καθέσουσιν
Aorist
εκαθέσα
εκαθέσας
εκαθέσεν
εκαθέσαμεν
εκαθέσατε
εκαθέσαν
Imperfect
εκαθέζον
εκαθέζες
εκαθέζεν
εκαθέζομεν
εκαθέζετε
εκαθέζον