1. Dictionary
  2. κ
  3. καθημερινός

Search Bible Vocabulary

καθημερινός

MasculineFeminineNeuter
καθημερινοςκαθημερινακαθημερινον
καθημερινουκαθημεριναςκαθημερινου
καθημερινῳκαθημερινῇκαθημερινῳ
καθημερινονκαθημερινὴνκαθημερινον
καθημερινοικαθημεριναικαθημερινα
καθημερινωνκαθημερινωνκαθημερινων
καθημερινοιςκαθημεριναιςκαθημερινοις
καθημερινουςκαθημεριναςκαθημερινα