1. Dictionary
  2. κ
  3. καινός

καινός

Word
καινός, -ή, -όν (kainos)
Gloss
  • new
  • fresh
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2537
Word Frequency
  • Byzantine NT: 44
  • Nestle 1904: 42

Adjective Forms

Masculine
καινός
καινοῦ
καινῳ
καινόν
καινοί
καινων
καινοις
καινους
Feminine
καινή
καινῆς
καινᾳ
καινήν
καιναι
καινων
καιναῖς
καινας
Neuter
καινον
καινοῦ
καινῷ
καινον
καινά
καινων
καινοῖς
καινά