1. Dictionary
  2. κ
  3. καλλιέλαιος

Search Bible Vocabulary

καλλιέλαιος

καλλιέλαιος
τηςκαλλιέλαιου
τῃκαλλιέλαιῳ
τηνκαλλιελαιον
αἱκαλλιέλαιοι
τωνκαλλιέλαιων
ταιςκαλλιέλαιοις
ταςκαλλιέλαιους