1. Dictionary
  2. κ
  3. καλοποιέω

Search Bible Vocabulary

καλοποιέω

Present
καλοποιῶ
καλοποιεῖς
καλοποιεῖ
καλοποιοῦμεν
καλοποιεῖτε
καλοποιοῦσιν
Future
καλοποιήσω
καλοποιήσεις
καλοποιήσει
καλοποιήσομεν
καλοποιήσετε
καλοποιήσουσιν
Aorist
εκαλοποιήσα
εκαλοποιήσας
εκαλοποιήσεν
εκαλοποιήσαμεν
εκαλοποιήσατε
εκαλοποιήσαν
Imperfect
εκαλοποιουν
εκαλοποιεις
εκαλοποιει
εκαλοποιοῦμεν
εκαλοποιεῖτε
εκαλοποιουν