1. Dictionary
  2. κ
  3. καλός

Search Bible Vocabulary

καλός

MasculineFeminineNeuter
κάλλιστοςκαλήκάλλιον
καλοῦκαλλίστηςκαλοῦ
καλῷκαλλίστῃκαλῷ
κάλλιστονκαλήνκάλλιον
κάλλιστοικαλαίκαλά
καλῶνκαλλίστωνκαλῶν
καλλίστοιςκαλαιςκαλλίστοις
κάλουςκαλάςκάλλιστα