1. Dictionary
  2. κ
  3. καμμύω

Search Bible Vocabulary

καμμύω

Present
καμμύω
καμμύεις
καμμύει
καμμύομεν
καμμύετε
καμμύουσιν
Future
καμμύσω
καμμύσεις
καμμύσει
καμμύσομεν
καμμύσετε
καμμύσουσιν
Aorist
εκαμμύσα
εκαμμύσας
εκαμμύσεν
εκαμμύσαμεν
εκαμμύσατε
ἐκάμμυσαν
Imperfect
εκαμμύον
εκαμμύες
εκαμμύεν
εκαμμύομεν
εκαμμύετε
εκαμμύον