1. Dictionary
  2. κ
  3. καρποφορέω

Search Bible Vocabulary

καρποφορέω

Present
καρποφορῶ
καρποφορεῖς
καρποφορεῖ
καρποφοροῦμεν
καρποφορεῖτε
καρποφοροῦσιν
Future
καρποφορήσω
καρποφορήσεις
καρποφορήσει
καρποφορήσομεν
καρποφορήσετε
καρποφορήσουσιν
Aorist
εκαρποφορήσα
εκαρποφορήσας
εκαρποφορήσεν
εκαρποφορήσαμεν
εκαρποφορήσατε
εκαρποφορήσαν
Imperfect
εκαρποφορουν
εκαρποφορεις
εκαρποφορει
εκαρποφοροῦμεν
εκαρποφορεῖτε
εκαρποφορουν