1. Dictionary
  2. κ
  3. κατάλοιπος

Search Bible Vocabulary

κατάλοιπος

MasculineFeminineNeuter
κατάλοιποςκατάλοιποςκατάλοιπον
καταλοίπουκατάλοιπουκατάλοιπου
καταλοίπῳκατάλοιπῳκατάλοιπῳ
κατάλοιπονκατάλοιπονκατάλοιπον
κατάλοιποικατάλοιποικατάλοιπα
καταλοίπωνκατάλοιπωνκατάλοιπων
καταλοίποιςκατάλοιποιςκαταλοίποις
καταλοίπουςκατάλοιπουςκατάλοιπα