1. Dictionary
  2. κ
  3. κατάρα

Search Bible Vocabulary

κατάρα

κατάρα
τηςκατάρας
τῃκατάρᾳ
τηνκατάραν
αἱκατάραι
τωνκατάρων
ταιςκατάραις
ταςκατάρας