1. Dictionary
  2. κ
  3. κατάσκοπος

Search Bible Vocabulary

κατάσκοπος

κατάσκοπος
τουκατάσκοπου
τῳκατάσκοπῳ
τονκατάσκοπον
οἱκατάσκοποί
τωνκατάσκοπων
τοιςκατάσκοποις
τουςκατασκοπους