1. Dictionary
  2. κ
  3. κατήγορος

Search Bible Vocabulary

κατήγορος

κατήγορος
τουκατήγορου
τῳκατήγορῳ
τονκατήγορον
οἱκατηγοροι
τωνκατήγορων
τοιςκατηγοροις
τουςκατηγορους