1. Dictionary
  2. κ
  3. καταβάλλω

Search Bible Vocabulary

καταβάλλω

Present
καταβάλλω
καταβάλλεις
καταβάλλει
καταβάλλομεν
καταβάλλετε
καταβάλλουσιν
Future
καταβάλλσω
καταβάλλσεις
καταβάλλσει
καταβάλλσομεν
καταβάλλσετε
καταβάλλσουσιν
Aorist
εκαταβάλλσα
εκαταβάλλσας
εκαταβάλλσεν
εκαταβάλλσαμεν
εκαταβάλλσατε
εκαταβάλλσαν
Imperfect
εκαταβάλλον
εκαταβάλλες
εκαταβάλλεν
εκαταβάλλομεν
εκαταβάλλετε
εκαταβάλλον