1. Dictionary
  2. κ
  3. καταβαίνω

Search Bible Vocabulary

καταβαίνω

Present
καταβαίνω
καταβαίνεις
καταβαινει
καταβαίνομεν
καταβαίνετε
καταβαίνουσιν
Future
καταβαίνσω
καταβαίνσεις
καταβαίνσει
καταβαίνσομεν
καταβαίνσετε
καταβαίνσουσιν
Aorist
εκαταβαίνσα
εκαταβαίνσας
εκαταβαίνσεν
εκαταβαίνσαμεν
εκαταβαίνσατε
εκαταβαίνσαν
Imperfect
εκαταβαίνον
εκαταβαίνες
κατεβαινεν
εκαταβαίνομεν
εκαταβαίνετε
εκαταβαίνον