1. Dictionary
  2. κ
  3. καταβολή

Search Bible Vocabulary

καταβολή

καταβολή
τηςκαταβολῆς
τῃκαταβολῃ
τηνκαταβολὴν
αἱκαταβολαι
τωνκαταβολων
ταιςκαταβολαις
ταςκαταβολας