1. Home
  2. Dictionary
  3. κ
  4. καταλαμβάνω

καταλαμβάνω

Word
καταλαμβάνω (katalambanō)
Gloss
  • overtake
  • apprehend
  • seize tight hold of
  • comprehend
Part of Speech
Verb
Word Frequency
  • Byzantine NT: 15
  • Nestle 1904: 15
Syllables
κα·τα·λαμ·βά·νω ka·ta·lam·ba·nō
Strongs Number
  • 2638

Verb Forms

2nd Aorist
Active


κατέλαβεν



Present
Middle/Passive
καταλαμβάνομαι
καταλαμβανη
καταλαμβανεται
καταλαμβανομεθα
καταλαμβανεσθε
καταλαμβανονται
Aorist
Passive
κατεληφθην
ἐκαταλαμβανθης
κατελήφθη
ἐκαταλαμβανθημεν
ἐκαταλαμβανθητε
ἐκαταλαμβανθησαν

Usage in Biblical Text