1. Dictionary
  2. κ
  3. κατεξουσιάζω

Search Bible Vocabulary

κατεξουσιάζω

Present
κατεξουσιάζω
κατεξουσιάζεις
κατεξουσιάζει
κατεξουσιάζομεν
κατεξουσιάζετε
κατεξουσιαζουσιν
Future
κατεξουσιάσω
κατεξουσιάσεις
κατεξουσιάσει
κατεξουσιάσομεν
κατεξουσιάσετε
κατεξουσιάσουσιν
Aorist
εκατεξουσιάσα
εκατεξουσιάσας
εκατεξουσιάσεν
εκατεξουσιάσαμεν
εκατεξουσιάσατε
εκατεξουσιάσαν
Imperfect
εκατεξουσιάζον
εκατεξουσιάζες
εκατεξουσιάζεν
εκατεξουσιάζομεν
εκατεξουσιάζετε
εκατεξουσιάζον