1. Dictionary
  2. κ
  3. κατοπτρίζομαι

Search Bible Vocabulary

κατοπτρίζομαι

Present
κατοπτρίζω
κατοπτρίζεις
κατοπτρίζει
κατοπτρίζομεν
κατοπτρίζετε
κατοπτρίζουσιν
Future
κατοπτρίσω
κατοπτρίσεις
κατοπτρίσει
κατοπτρίσομεν
κατοπτρίσετε
κατοπτρίσουσιν
Aorist
εκατοπτρίσα
εκατοπτρίσας
εκατοπτρίσεν
εκατοπτρίσαμεν
εκατοπτρίσατε
εκατοπτρίσαν
Imperfect
εκατοπτρίζον
εκατοπτρίζες
εκατοπτρίζεν
εκατοπτρίζομεν
εκατοπτρίζετε
εκατοπτρίζον