1. Dictionary
  2. κ
  3. κενοδοξία

Search Bible Vocabulary

κενοδοξία

κενοδοξία
τηςκενοδοξίας
τῃκενοδοξίᾳ
τηνκενοδοξίαν
αἱκενοδοξίαι
τωνκενοδοξίων
ταιςκενοδοξίαις
ταςκενοδοξίας