1. Dictionary
  2. κ
  3. κεραμικός

Search Bible Vocabulary

κεραμικός

MasculineFeminineNeuter
κεραμικοςκεραμικακεραμικον
κεραμικουκεραμικαςκεραμικοῦ
κεραμικῳκεραμικᾳκεραμικῳ
κεραμικονκεραμικανκεραμικον
κεραμικοικεραμικαικεραμικα
κεραμικωνκεραμικωνκεραμικων
κεραμικοιςκεραμικαιςκεραμικοις
κεραμικουςκεραμικαςκεραμικα