1. Dictionary
  2. κ
  3. κερματιστής

Search Bible Vocabulary

κερματιστής

κερματιστής
τουκερματιστου
τῳκερματιστῳ
τονκερματιστον
οἱκερματιστοι
τωνκερματιστων
τοιςκερματιστοις
τουςκερματιστὰς