1. Dictionary
  2. κ
  3. κεφαλιόω

Search Bible Vocabulary

κεφαλιόω

Present
κεφαλιῶ
κεφαλιοῖς
κεφαλιοῖ
κεφαλιοῦμεν
κεφαλιοῦτε
κεφαλιόουσιν
Future
κεφαλιώσω
κεφαλιώσεις
κεφαλιώσει
κεφαλιώσομεν
κεφαλιώσετε
κεφαλιώσουσιν
Aorist
εκεφαλιώσα
εκεφαλιώσας
εκεφαλιώσεν
εκεφαλιώσαμεν
εκεφαλιώσατε
εκεφαλιώσαν
Imperfect
εκεφαλιουν
εκεφαλιους
εκεφαλιου
εκεφαλιοῦμεν
εκεφαλιοῦτε
εκεφαλιουν