1. Dictionary
  2. κ
  3. κηπουρός

Search Bible Vocabulary

κηπουρός

κηπουρος
τουκηπουρου
τῳκηπουρῳ
τονκηπουρον
οἱκηπουροι
τωνκηπουρων
τοιςκηπουροις
τουςκηπουρους