1. Dictionary
  2. κ
  3. κινάμωμον

Search Bible Vocabulary

κινάμωμον

τοκινάμωμον
τουκινάμωμου
τῳκινάμωμῳ
τοκιναμωμον
τακινάμωμοι
τουκινάμωμων
τῳκινάμωμοις
τακινάμωμους