1. Dictionary
  2. κ
  3. κινέω

Search Bible Vocabulary

κινέω

Present
κινῶ
κινεῖς
κινεῖ
κινοῦμεν
κινεῖτε
κινοῦσιν
Future
κινήσω
κινήσεις
κινήσει
κινήσομεν
κινήσετε
κινήσουσιν
Aorist
εκινήσα
εκινήσας
ἐκίνησεν
εκινήσαμεν
εκινήσατε
ἐκίνησαν
Imperfect
εκινουν
εκινεις
εκινει
εκινοῦμεν
εκινεῖτε
εκινουν