1. Dictionary
  2. κ
  3. κινδυνεύω

Search Bible Vocabulary

κινδυνεύω

Present
κινδυνεύω
κινδυνεύεις
κινδυνευει
κινδυνευομεν
κινδυνεύετε
κινδυνεύουσιν
Future
κινδυνεύσω
κινδυνεύσεις
κινδυνεύσει
κινδυνεύσομεν
κινδυνεύσετε
κινδυνεύσουσιν
Aorist
ἐκινδύνευσα
εκινδυνεύσας
εκινδυνεύσεν
εκινδυνεύσαμεν
εκινδυνεύσατε
εκινδυνεύσαν
Imperfect
εκινδυνεύον
εκινδυνεύες
ἐκινδύνευεν
εκινδυνεύομεν
εκινδυνεύετε
ἐκινδύνευον