1. Dictionary
  2. κ
  3. κλάσμα

Search Bible Vocabulary

κλάσμα

τοκλάσμα
τουκλάσματος
τῳκλάσματι
τοκλάσμα
τακλάσματα
τουκλασμάτων
τῳκλάσμασιν
τακλάσματα