1. Dictionary
  2. κ
  3. κλέμμα

Search Bible Vocabulary

κλέμμα

τοκλέμμα
τουκλέμματος
τῳκλέμματι
τοκλέμματα
τακλέμματα
τουκλεμματων
τῳκλέμμασιν
τακλέμματα