1. Dictionary
  2. κ
  3. κοίτη

Search Bible Vocabulary

κοίτη

κοίτη
τηςκοίτης
τῃκοίτῃ
τηνκοίτην
αἱκοίται
τωνκοιτῶν
ταιςκοίταις
ταςκοίτας