1. Dictionary
  2. κ
  3. κοινωνικός

Search Bible Vocabulary

κοινωνικός

MasculineFeminineNeuter
κοινωνικοςκοινωνικακοινωνικον
κοινωνικουκοινωνικαςκοινωνικου
κοινωνικῳκοινωνικᾳκοινωνικῳ
κοινωνικονκοινωνικανκοινωνικον
κοινωνικοικοινωνικαικοινωνικα
κοινωνικωνκοινωνικωνκοινωνικων
κοινωνικοιςκοινωνικαιςκοινωνικοις
κοινωνικουςκοινωνικαςκοινωνικα