1. Dictionary
  2. κ
  3. κοινωνός

Search Bible Vocabulary

κοινωνός

κοινωνος
τουκοινωνοῦ
τῳκοινωνῳ
τονκοινωνον
οἱκοινωνοι
τωνκοινωνων
τοιςκοινωνοις
τουςκοινωνοὺς