1. Dictionary
  2. κ
  3. κοινός

Search Bible Vocabulary

κοινός

MasculineFeminineNeuter
κοινοςκοινακοινον
κοινοῦκοινῆςκοινοῦ
κοινῷκοινῇκοινῳ
κοινὸνκοινὴνκοινὸν
κοινοικοιναικοινα
κοινωνκοινωνκοινων
κοινοιςκοιναῖςκοινοις
κοινουςκοιναςκοινα