1. Dictionary
  2. κ
  3. κοπρία

Search Bible Vocabulary

κοπρία

κοπρία
τηςκοπρίας
τῃκοπρίᾳ
τηνκοπριαν
αἱκοπρίαι
τωνκοπριῶν
ταιςκοπρίαις
ταςκοπρίας