1. Dictionary
  2. κ
  3. κοράσιον

Search Bible Vocabulary

κοράσιον

τοκοράσιον
τουκορασίου
τῳκορασίῳ
τοκοράσιον
τακοράσιά
τουκορασίων
τῳκορασίοις
τακοράσια