1. Dictionary
  2. κ
  3. κοσμικός

Search Bible Vocabulary

κοσμικός

MasculineFeminineNeuter
κοσμικοςκοσμικακοσμικον
κοσμικουκοσμικαςκοσμικου
κοσμικῳκοσμικᾳκοσμικῳ
κοσμικονκοσμικανκοσμικον
κοσμικοικοσμικαικοσμικα
κοσμικωνκοσμικωνκοσμικων
κοσμικοιςκοσμικαιςκοσμικοις
κοσμικουςκοσμικὰςκοσμικα