1. Dictionary
  2. κ
  3. κριθή

Search Bible Vocabulary

κριθή

κριθὴ
τηςκριθῆς
τῃκριθῇ
τηνκριθήν
αἱκριθαί
τωνκριθῶν
ταιςκριθαις
ταςκριθὰς