1. Home
  2. Dictionary
  3. κ
  4. κρυπτός

κρυπτός

Word
κρυπτός, -ή, -όν (kruptos)
Gloss
  • hidden
  • secret
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2927
Word Frequency
  • Nestle 1904: 17
  • Byzantine NT: 19

Adjective Forms

Masculine
κρυπτός
κρυπτου
κρυπτῷ
κρυπτόν
κρυπτοι
κρυπτων
κρυπτοις
κρυπτους
Feminine
κρυπτα
κρυπτας
κρυπτα
κρυπτήν
κρυπταί
κρυπτων
κρυπταις
κρυπτάς
Neuter
κρυπτόν
κρυπτου
κρυπτῷ
κρυπτον
κρυπτά
κρυπτῶν
κρυπτοις
κρυπτά

Usage in Biblical Text