1. Dictionary
  2. κ
  3. κρυπτός

Search Bible Vocabulary

κρυπτός

MasculineFeminineNeuter
κρυπτὸςκρυπτακρυπτον
κρυπτουκρυπταςκρυπτου
κρυπτῷκρυπτᾳκρυπτῷ
κρυπτόνκρυπτὴνκρυπτον
κρυπτοικρυπταίκρυπτὰ
κρυπτωνκρυπτωνκρυπτῶν
κρυπτοιςκρυπταιςκρυπτοις
κρυπτουςκρυπτάςκρυπτά