1. Dictionary
  2. κ
  3. κτίσις

κτίσις

Word
κτίσις, -εως, ἡ (ktisis)
Gloss
  • creation
  • creature
  • institution
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2937
Word Frequency
  • Byzantine NT: 19
  • Nestle 1904: 19

Noun Forms

Singular
κτίσις
της κτίσεως
τῃ κτίσει
την κτίσιν
Plural
αἱ κτίσεις
των
ταις
τας