1. Dictionary
  2. κ
  3. κτίσμα

Search Bible Vocabulary

κτίσμα

τοκτισμα
τουκτίσματος
τῳκτίσματι
τοκτίσμα
τακτίσματα
τουκτισμάτων
τῳκτίσμασίν
τακτίσματα